Στα προηγούμενα, επιχείρησα την ανάπτυξη ενός παραλληλισμού ανάμεσα στην παιδεία και την αγροτική παραγωγή, με κοινό παρονομαστή την υποβάθμιση του προϊόντος σε σκουπίδι. Ακολουθώ τη νοσταλγία μιας εποχής που επέτρεπε στα παιδιά να πιστεύουν τα όσα μάθαιναν στο σχολείο κι όπου η σκέψη, έστω στοιχειώδης, κατείχε τη θέση που καταλαμβάνει σήμερα η στατιστική.Θα τολμούσα να πω ότι τα σκουπίδια στις σακούλες και στους κάδους ισοδυναμούν με πειστήρια της αληθινής μας κατάστασης. Υπάρχει κάτι, στα σκουπίδια του δρόμου, που δεν είναι ανακυκλώσιμο: αυτό το κάτι συνιστά την αυθεντικότητά τους και, κατ' επέκτασιν, τη δική μας, που ψυχορραγεί. Σαν να λέμε η απεργία των εργατών καθαριότητας συνοψίζει υπόγεια νεύματα αυτογνωσίας. Καθώς τα σκουπίδια κατακλύζουν τα πεζοδρόμια, η πόλη ικανοποιεί, για μια μοναδική φορά, τη νοσταλγία της μυρωδιάς της ζωής. Είναι μια δυσάρεστη, μια κακή μυρωδιά, αναμφίβολα, και επομένως μια μυρωδιά με σημασία. Προδίδει ότι μερικά εκατομμύρια ανθρώπων ζουν ακόμη, και ότι, αν αυτό μοιάζει απίθανο κάθε που μπαίνει κανείς στα σουπερμάρκετ, ή στα μουσεία (όταν εκλάπη η Μόνα Λίζα από το Λούβρο, χιλιάδες ατόμων σχημάτισαν ουρές για να θαυμάσουν την κενή θέση στον τοίχο), ή στη σφαίρα του τηλεοπτικού κόσμου, ή στον κυβερνοχώρο, όπου βασιλεύει η ασηψία ως έλλειψη οσμών και μικροβίων, πάντως δεν πρόκειται ευτυχώς παρά για μια σκηνοθεσία. Στην πραγματικότητα, είμαστε ζωντανοί: ιδού τι μας λένε τα σκουπίδια. Είναι κι ο λόγος που ενοχλούν τον δήμαρχο. Σκουπίδια και παιδιά ενοχλούν τον δήμαρχο εξίσου και με τον ίδιο τρόπο.Τα σκουπίδια επιτρέπουν, συνεπώς, όπως άλλωστε οτιδήποτε ζωντανό, να ανασυρθεί από τα βάθη τους η μεταφορά. Η μεταφορά μάς πείθει ότι όντως, διαβάζοντας ή περπατώντας, ψωνίζοντας ή μιλώντας, περιπλανιόμαστε απ' το πρωί ώς το βράδυ σ' έναν τόπο συγκέντρωσης απορριμμάτων, απ' όπου δεν λείπουν οι σκουπιδοδιαφημίσεις υπέρ της καθαριότητας, ως κυρίαρχο διπλό μήνυμα. Σημειωτέον ότι η παρανοϊκή ιδέα της απολύμανσης των πάντων, made in USA όπως κάθε μεταμοντέρνο προϊόν, συγχωνεύεται με αυτό ακριβώς του οποίου την εξαφάνιση επιδιώκει: ό,τι είναι φλοιός, συσκευασία, επιφάνεια, σελοφάν, ό,τι πετιέται σαν απόρριμμα, επανεμφανίζεται στις επιμέρους ιδεοληψίες της αποστείρωσης με τη μορφή συνθήματος υπέρ του αμυντικού ιερού πολέμου κατά της σκόνης ή της τερηδόνας ή του διαδικτυακού Spam. Τα πάντα υπερπροστατεύονται. Η επανάληψη της άνευ νοήματος ψυχαναγκαστικής χειρονομίας του καταναλωτή που χάσκει μπροστά στα λογότυπα των καλλυντικών αποζημιώνεται με το δικαίωμά του να είναι υποχόνδριος σε ό,τι αφορά την καθαριότητα κι έτσι να εντάσσει, παρήγορα, στον ορίζοντα των απαιτήσεών της αυτό το «άνευ νοήματος», λες και το νόημα είναι κάτι ρυπαρό. Εξ ου και υπάρχουν εκατό διαφορετικά καλλυντικά για την απομάκρυνση των μαύρων κύκλων γύρω από τα μάτια. Οι κύκλοι μετακινούνται τώρα στο βάθος των ματιών, σ' εκείνο τον απλανή ομφαλό του κοιτάγματος όπου το μαύρο της τύφλωσης είχε ανέκαθεν το λίκνο του κι απ' όπου οι γυναίκες της μέσης ηλικίας εξέπεμψαν κάποτε μιαν αναπάντητη ικεσία για κατανόηση.Οπόθος λοιπόν να βάλεις τη μύτη σου στα σκουπίδια καταλήγει να αναγνωρίζεται σαν ένα συγκινητικό σκίρτημα του ναρκωμένου ψυχισμού· σκέφτεσαι ότι, για να υπάρχουν απορρίμματα, πα' να πει ότι ο άνθρωπος έχει ακόμη την ικανότητα να απορρίπτει. Καθώς αυτή πλαστογραφείται καθημερινά στις λεγόμενες «επιλογές» («Ηταν επιλογή μου να κάνω τηλεόραση...» λένε οι κοπελίτσες που νομίζουν ότι θέλουν να γίνουν φωτομοντέλα), το να μη διαλέγεις τίποτα εξελίσσεται σε υψηλή τέχνη. Οταν ο χρήστης μιας συσκευής ή ενός προνομίου αυταπατάται ότι «απέρριψε» ορισμένες επιλογές εξίσου μηδαμινές μ' εκείνη που πραγματοποίησε, τα αληθινά σκουπίδια, αυτά που συγκεντρώνονται στους σκουπιδοτενεκέδες, μοιάζουν με τις μόνες ενδείξεις τού ότι από κάποιον έγιναν αξιόλογες χειρονομίες απόρριψης. Επιπλέον, και ενώ πιστεύαμε ότι καταπίνουμε τα πάντα ανεξαιρέτως, τα σκουπίδια μάς θυμίζουν ότι, όχι, καταναλώσαμε βέβαια το ζαμπόν αλλά πετάξαμε την κονσέρβα· είναι κι αυτό μια ηθική παρηγοριά. Μπορεί τα μοντέρνα κοτόπουλα να μη μυρίζουν, όμως τα αποφάγια, καθώς αποσυντίθενται, ξαναφέρνουν στην ατμόσφαιρα το ξεχασμένο μυστικό της ζωικής καταγωγής των πουλερικών, λες και η φύση, λίγο πριν την εξολοθρεύσουμε τελειωτικά, πρόλαβε να στείλει στις πόλεις τον ήχο εκείνης της μεταθανάτιας εκβολής στομαχικών αερίων για την οποία μιλούν οι ιατροδικαστές, ώστε να μας υπενθυμίσει ότι η χώνεψη λογοδοτεί σ' έναν θάνατο εκατό τοις εκατό γνήσιο. Τα σκουπίδια πολεμούν στο πλευρό του υποδειγματικού πολίτη: είναι το όριό του.Αν βιάζεσαι να κλείσεις τη μύτη σου όταν περνάς πλάι απ' τον σωρό των σκουπιδιών, θυμήσου ότι η σκούπα είναι η αδελφή του ανθρώπου, όπως έγραψε ο Σουίφτ, και πως εκείνο που η παλιά, αχυρένια σκούπα μάζευε και ξαναμάζευε (λ.χ. τα ψίχουλα) ήταν οι αλήθειες του ανθρώπου ως ζωντανού όντος. Δύσκολα θα λέγαμε το ίδιο για το scanning. Σκανάρω=εξετάζω επιφανειακά, σκουπίζω, σαρώνω· παλιά, τη σκούπα την ονόμαζαν σάρωθρον: σάρωση είναι, σήμερα, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το βλέμμα μας όχι μόνον μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή αλλά απέναντι στον κόσμο συνολικά· δεν βλέπουμε αλλά σκουπίζουμε βιαστικά τις προσόψεις. Αρχισε ήδη απ' την εποχή που το χονδροειδές υπονοούμενο του συνθήματος ΨΕΚΑΣΤΕ-ΣΚΟΥΠΙΣΤΕ-ΤΕΛΕΙΩΣΑΤΕ καταχωρήθηκε στη συνείδηση σαν συνώνυμο της επιβίωσης: απ' τα μέσα της δεκαετίας του '80, δεν υπήρξε χρόνος για κάτι καλύτερο. Με μια φράση, δεν υπήρξε χρόνος για να αγαπήσουμε είτε τη γνώση, είτε τα τοπία, είτε τα πρόσωπα, είτε τα λόγια: ο παρονομαστής του κλάσματος έμεινε κενός. Εκτοτε, γνώσεις, τοπία, πρόσωπα και λόγια πολλαπλασιάστηκαν ραγδαία στον αριθμητή κι αυτή η γιγάντωση είχε τα σκουπίδια, τις αδιαίρετες αξίες, ως μάρτυρά της.Ετσι, πληροφορίες και εικόνες, αποφάσεις και ρόλοι, συναντήσεις και συνομιλίες, όλα ρέουν προς τη χωματερή της πελώριας τρύπας που ανοίγεται στον ψυχισμό με την καταστροφή του συμβολικού συστήματος. Απολαμβάνουμε μαζοχιστικά μια παραίσθηση ριζικά ξένη προς τη βιολογία, αφού το έδαφος της βιολογίας μας ήταν ο χρόνος κι εμείς τον συμπτύξαμε στο μηδέν μιας τρελής ταχύτητας, παγώνοντας την εσωτερική του υπόσταση, εξ ου και το αντισταθμιστικό παραλήρημα γύρω απ' το θαύμα του DNA. Τίποτα δεν σαπίζει εκεί, αφού όλα είναι δυνητικά. Οπότε η νοσταλγία της αληθινής σαπίλας παίρνει τον λόγο και καλωσορίζει τα σκουπίδια στους κάδους, σαν απόδειξη της ύπαρξης μιας ψυχής κλεισμένης σ' ένα πραγματικό σώμα, το οποίο πάσχει απ' την ανάγκη να κάνει εμετό. Τα σκουπίδια μάς βεβαιώνουν ότι η ναυτία που νιώθαμε τόσον καιρό απ' τον βομβαρδισμό των καταναλωτικών μηνυμάτων των ΜΜΕ (το τηλεμάρκετινγκ ήταν άοσμο) δεν προερχόταν από απλή κόπωση αλλά μπορούσε να καταγραφεί σαν μια υγιής αντίδραση του οργανισμού στη μηδενιστική επίθεση της ηλιθιότητας. «Διάβασες;» «Εφαγες;» «Εκανες τις προσποιήσεις σου;» «Επέλεξες σαμπουάν;» Επιτέλους το κακό μύριζε και η νέα γενιά άρχισε να υποπτεύεται ότι τα βακτηρίδια, στον κύκλο της πέψης, ήταν τα δωρεάν εργατικά χέρια.
Απο την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία